Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Αγώνες Μικρών Κλιμακίων στην Τσετσενία (ΙII)

Ρώσοι πεζοί στρατιώτες στο Bamut, προσπερνούν άρμα διασπάσεως ναρκοπεδίων
Ρώσοι πεζοί στρατιώτες στο Bamut, προσπερνούν άρμα διασπάσεως ναρκοπεδίων.

Περίπτωση 3η: Η άμυνα του Bamut, μέσα Ιουνίου 1995

Την άνοιξη του 1995 οι ρωσικές δυνάμεις είχαν καταλάβει το Grozny και τις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις της Τσετσενίας. Τον Μάιο έπεσε το Vedeno χωρίς πολύ αγώνα και η τσετσενική διοίκηση υποχώρησε βαθύτερα στα βουνά. Το Shatoi και το Nozhai-Yurt καταλήφθηκαν από τους Ρώσους στις 13 Ιουνίου. Το Bamut ήταν το μόνο μεγάλο χωριό υπό τον έλεγχο των Τσετσένων. Προηγούμενες ρωσικές επιθέσεις είχαν αποτύχει αλλά είχαν μετατρέψει το χωριό σε ερείπια. Κατεστραμμένα ρωσικά άρματα και ΒΜΡ βρίσκονταν διάσπαρτα στην κύρια οδό που οδηγούσε στο χωριό, μάρτυρες των σκληρών μαχών που είχαν διεξαχθεί πριν [15].


Με το κόκκινο τετράγωνο υποδεικνύεται ο χώρος όπου
διεξήχθη η πολεμική ενέργεια που περιγράφεται. ΠΗΓΗ

Με το Shatoi στον έλεγχο τους οι Ρώσοι μπορούσαν να εστιάσουν ξανά την προσπάθεια τους στην κατάληψη του Bamut. Το μεγαλύτερο μέρος του ανατολικού τμήματος του τσετσενικού μετώπου ήταν υπό τον έλεγχο του Ruslan (Khamzat) Galaev όμως για την άμυνα του χωριού υπεύθυνος ήταν κάποιος Τσετσένος γνωστός ως Boris. Παρατηρώντας τις ρωσικές δυνάμεις να συγκεντρώνονται απέναντι του ο Boris έστειλε μία επείγουσα έκκληση για οποιεσδήποτε τσετσενικές ομάδες ή μεμονωμένους Τσετσένους αυτονομιστές που θα μπορούσαν να πάνε στο Bamut να βοηθήσουν. Εκείνη την ώρα οι υπερασπιστές του Bamut ήταν εθελοντές από το χωριό και την ευρύτερη περιοχή.

Ανταποκρινόμενες στην έκκληση πολλές μικρές ομάδες άρχισαν να πηγαίνουν προς το Bamut. Ατυχώς για τους Τσετσένους πολλές από αυτές τις ομάδες καθώς πλησίαζαν στο χωριό έπεσαν σε ενέδρες ρωσικών αναγνωριστικών μονάδων που ενεργούσαν κατά μήκος του διαδρόμου: Gekhi-Chu Orekhovo Staryi-Achhoi, ανατολικά του Bamut. Άλλες ομάδες συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο προσπάθησαν να φτάσουν μέσα από τα βουνά, η ορεινή διαδρομή όμως ήταν δύσκολη και χρονοβόρα. Μερικές ομάδες έφτασαν μία – δύο ημέρες πριν την ρωσική επίθεση έχοντας λίγο χρόνο για να προετοιμαστούν και να προετοιμάσουν τις θέσεις τους.

«Ήταν υποχρεωτικό να ενημερώσεις τον διοικητή του τομέα με την άφιξη της ομάδας σου, να αναφέρεις τη δύναμη της και άλλες λεπτομέρειες ώστε να σε τοποθετήσει στην αμυντική του διάταξη ανάλογα με τις δυνατότητες σου και τις ανάγκες του», ανέφερε ένας από τους διοικητές τμημάτων. Καθώς οι αφικνούμενες ομάδες και οι μεμονωμένοι μαχητές παρουσιάζονταν στον Boris αυτός τους τοποθετούσε εκεί που είχε ανάγκες και μπορούσε να τους χρησιμοποιήσει αποτελεσματικότερα.

Διάταξη των αντιπάλων και τρόπος ενεργείας
Διάταξη των αντιπάλων και τρόπος ενεργείας.
ΠΗΓΗ: Fangs of the Lone Wolf

Τα τσετσενικά τμήματα που ήταν ταγμένα κατά μήκος της δυτικής περιμέτρου του Bamut έσκαβαν με φρενήρη ρυθμό ορύγματα και ορύγματα συγκοινωνίας για να αντέξουν την επικείμενη ρωσική επίθεση. Οι Τσετσένοι έσκαψαν επίσης ορύγματα στη δασωμένη πλαγιά ανατολικά του Bamut, όπου είχαν ιδρύσει ένα σημείο περισυλλογής απωλειών (στον χάρτη αναγράφεται ως casualty collection point). Οι Τσετσένοι χρησιμοποίησαν σανίδες για να φτιάξουν πεζογέφυρες πάνω στον ποταμό Fortanga. Η πρότερη καταστροφή του Bamut παρείχε άφθονα οικοδομικά υλικά για την κατασκευή αυτοσχέδιων αμυντικών έργων.

Τα ορύγματα δυτικά του Bamut ήταν φτιαγμένα σε πολλές σειρές, με τις πιο προωθημένες θέσεις να βρίσκονται 50 με 100 μ. από τα ερείπια των σπιτιών. Οι Τσετσένοι καταλάμβαναν θέσεις σε βάθος εκμεταλλευόμενοι τις διαδοχικές σειρές ορυγμάτων γιατί η τακτική τους, που την είχαν τελειοποιήσει τους προηγούμενους μήνες, βασίζονταν στην αρχή «κάνε επίθεση και υποχώρησε, κάνε επίθεση και υποχώρησε». Η γενική ιδέα ήταν η συνεχής κινητικότητα κατά τη διάρκεια της μάχης γιατί μία σταθερή θέση θα μπορούσε να στοχοποιηθεί και να καταστραφεί από ρωσικές εναέριες επιθέσεις, πυροβολικό και όλμους.

Η επίθεση στο Bamut άρχισε όπως την περίμεναν οι Τσετσένοι: αεροπορικές επιθέσεις ακολουθούμενες από πυροβολικό. Οι Τσετσένοι ήταν εξοικειωμένοι με αυτό το σχήμα και το θεωρούσαν «τον παλιό τρόπο – τον σοβιετικό τρόπο». Το επίπεδο έδαφος που απλώνονταν βόρεια από τις θέσεις τους τους επέτρεπε να παρατηρούν τους Ρώσους. Οι θέσεις των Ρώσων βρίσκονταν περισσότερο από ένα χιλιόμετρο μακριά, πέρα από το αποτελεσματικό βεληνεκές του μόνου αντιαρματικού όπλου που είχαν οι Τσετσένοι, του RPG [16]. Οι Τσετσένοι μπορούσαν μόνο να περιμένουν στη σχετική ασφάλεια των ορυγμάτων τους να ολοκληρωθεί το ρωσικό μπαράζ. Τελικά το πυροβολικό σταμάτησε και οι Τσετσένοι έτρεξαν στις πιο προωθημένες θέσεις τους για να συναντήσουν το ρωσικό πεζικό και τα τεθωρακισμένα που προσέγγιζαν κατά μήκος της κυρίας οδού που οδηγούσε στο χωριό.

Οι Ρώσοι επιχείρησαν επίσης και μία παραπλανητική επίθεση (στο σχεδιάγραμμα: feigned Russian attack) από την κατεύθυνση του Achkoi-Martan. Δεν είναι ξεκάθαρο πως αλλά οι Τσετσένοι την περίμεναν και αναγνώρισαν αμέσως ότι αυτή ήταν μία δευτερεύουσα προσπάθεια και δεν τσίμπησαν το δόλωμα. Κράτησαν τις θέσεις τους απέναντι στη ρωσική φάλαγγα που έρχονταν από τα ΒΔ. Καθώς η ρωσική φάλαγγα πλησίασε το Bamut διάφορα τμήματα της άρχισαν να λαμβάνουν σχηματισμό παρατάξεως απέναντι στο τσετσενικό μέτωπο.

Ο Boris είχε συνολικά τη διοίκηση της άμυνας του Bamut αλλά κάθε διοικητής μονάδας ήταν επικεφαλής των ανδρών του και των θέσεων που κατείχε. Επίσης, κάθε μεμονωμένος διοικητής εφάρμοζε κατά την κρίση του την τακτική που επιθυμούσε. Εξαιτίας αυτού η μάχη του Bamut την πρώτη ημέρα είχε τη μορφή μίας σειράς μεμονωμένων συμπλοκών ανάμεσα στη ρωσική διάταξη, η οποία είχε αρχίσει να χάνει τη συνοχή της εξαιτίας της «ομίχλης και της τριβής» της μάχης και των τσετσενικών ισχυρών θέσεων, όπου ο κάθε αντίπαλος προσπαθούσε να εξασφαλίσει τα πλευρά του. Μεμονωμένα τσετσενικά τμήματα πολέμησαν ξεχωριστά, το καθένα με τον τρόπο του και με το σχέδιο του.

Μόλις μπήκαν στο βεληνεκές τους οι Τσετσένοι άρχισαν να βάλλουν με πυρά αυτομάτων όπλων και RPG τους επερχόμενους Ρώσους, προσέχοντας να μη μένουν σε μία θέση αρκετά ώστε οι Ρώσοι να προσαρμόσουν τα πυρά υποστηρίξεως τους πάνω τους. Έγιναν δύο σημαντικές μάχες οι οποίες ανάγκασαν τους Ρώσους να υποχωρήσουν. Οι Τσετσένοι μάλιστα στο αριστερό πλευρό κατάφεραν να παγιδεύσουν και να κυκλώσουν ένα τμήμα της επιτιθέμενης δύναμης (δείτε τη λεπτομέρεια (2) στο σχεδιάγραμμα). Στο δεξιό άκρο της τσετσενικής διάταξης ένα τμήμα είχε έρθει στο Bamut με αντιαρματικές νάρκες και εφάρμοσε τις δικές του τακτικές για να προσβάλλει τη ρωσική δύναμη (δείτε τη λεπτομέρεια (1) στο σχεδιάγραμμα).

Γνωρίζοντας ότι θα έπρεπε να μετακινηθούν και ελπίζοντας να τραβήξουν τους Ρώσους στις θέσεις που θα άφηναν οι μαχητές του συγκεκριμένου τσετσενικού τμήματος ναρκοθέτησαν τα ορύγματα τους με αντιαρματικές νάρκες συνδέοντας τες για πυροδότηση από απόσταση. Παρά τα έντονα πυρά οι Τσετσένοι υποχώρησαν στις επόμενες θέσεις τους. Το ρωσικό πεζικό καταδίωξε τους συμπτυσσόμενους Τσετσένους και μπήκε μέσα στα τσετσενικά χαρακώματα για να εξασφαλίσει τις θέσεις που είχε καταλάβει. Από τις θέσεις που βρίσκονταν τώρα οι άνδρες του τσετσενικού τμήματος ανατίναξαν τις νάρκες σκοτώνοντας τους Ρώσους μέσα στα χαρακώματα. Με το πεζικό να έχει χαθεί τα ρωσικά τεθωρακισμένα υποχώρησαν. «Αυτά τα χαρακώματα ανατινάχτηκαν τελείως. Αλλά δεν μπορέσαμε να χτυπήσουμε τα τεθωρακισμένα τους που αποχώρησαν χωρίς το πεζικό. Υποχώρησαν 300 – 400 μ. επειδή χωρίς πεζικό θα τα κατακλύζαμε με πυρά», θυμάται ο Musa.

Ρωσικό πυροβόλο βάλλει στις τσετσενικές
θέσεις στο Bamut τον Μάιο του 1995.
Η ρωσική επίθεση σταμάτησε και μετά υποχώρησαν στους χώρους εξορμήσεως τους πέρα από το βεληνεκές των τσετσενικών RPG. Το ρωσικό πυροβολικό έβαλλε στις τσετσενικές προωθημένες θέσεις αλλά οι Τσετσένοι βρίσκονταν στις θέσεις που είχαν προετοιμάσει στη δασωμένη πλαγιά μεταφέροντας μαζί τους τους νεκρούς και τους τραυματίες τους. Την επόμενη μέρα οι Ρώσοι επιτέθηκαν και πάλι αλλά η μάχη ήταν σύντομη. Ήταν πιθανόν μία αναγνωριστική προσπάθεια για να διαπιστωθεί εάν οι Τσετσένοι είχαν μείνει στο χωριό ή είχαν αποχωρήσει όπως είχαν κάνει σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Καθώς συνάντησαν αποφασιστική αντίσταση οι Ρώσοι υποχώρησαν. Σύμφωνα με τον Musa η μάχη τη δεύτερη μέρα κράτησε λιγότερο από μισή ώρα.

Την ίδια νύχτα οι Ρώσοι έστειλαν μία αναγνωριστική ομάδα να διεισδύσει στις τσετσενικές γραμμές και να φτάσει στα μετόπισθεν τους ώστε να μπορεί να καλεί αεροπορικές επιθέσεις και πυρά πυροβολικού στις ακριβείς θέσεις των Τσετσένων (δείτε τη λεπτομέρεια (3) στο σχεδιάγραμμα). Προσπάθησαν να μπουν από το μέσον του τσετσενικού δυτικού μετώπου αλλά μία τσετσενική θέση που επανδρώνονταν από τέσσερις μαχητές τους αντιλήφθηκε και έβαλλε εναντίον τους. Μία σύντομη ανταλλαγή πυρών ακολούθησε και δέκα από τους έντεκα άνδρες της ρωσικής αναγνωριστικής ομάδας σκοτώθηκαν. Ο ενδέκατος πιάστηκε αιχμάλωτος. Κατά την ανάκριση του είπε ότι η αποστολή της ομάδας του ήταν να «διεισδύσει στις τσετσενικές γραμμές να λάβει μία θέση στο χωριό, να αναγνωρίσει τις τσετσενικές θέσεις και μετά να καλέσει πυρά στις συγκεκριμένες συντεταγμένες». Ο αιχμάλωτος ακόμη ρωτήθηκε και για τη δύναμη των Ρώσων καθώς οι Τσετσένοι ενθαρρυμένοι από τις αμυντικές τους επιτυχίες άρχισαν να σκέφτονται μία αντεπίθεση εκτός τοποθεσίας. Η περιγραφή της δύναμης των ρωσικών δυνάμεων από τον αιχμάλωτο έκανε τους Τσετσένους να ξεχάσουν κάθε τέτοια ιδέα καθώς θα ήταν πολύ επικίνδυνο. Οι Ρώσοι ήταν πάρα πολλοί και οι πιθανότητες επιτυχίας ελάχιστες.

Οι Τσετσένοι συνέχισαν να σκάβουν, να φροντίζουν τους τραυματίες τους και να περιμένουν την επόμενη ρωσική επίθεση, η οποία θεωρούσαν ότι θα ήταν περισσότερο αποφασιστική. Όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε. Οι Τσετσένοι που αμύνονταν στο Bamut έμαθαν από τον ασύρματο τα νέα για την επιδρομή του Shamil Basaev στη Ρωσία και τις επακόλουθες διαπραγματεύσεις και την ανακωχή. Τόσο από τη ρωσική όσο και από την τσετσενική πλευρά του μετώπου στο Bamut οι εχθροπραξίες σταμάτησαν για τους επόμενους μήνες.

Το Bamut ήταν το τελευταίο ισχυρό έρεισμα των Τσετσένων και ήταν βέβαιο ότι με τον χρόνο θα έπεφτε στους Ρώσους. Όμως λόγω της ανακωχής το Bamut γλίτωσε τη ρωσική κατοχή το 1995. Οι ρωσικές επιθέσεις στο Bamut ξανάρχισαν το 1996 αλλά οι Τσετσένοι κατάφεραν να κρατήσουν το χωριό το οποίο δεν πέρασε ποτέ υπό ρωσικό έλεγχο κατά τη διάρκεια του Α΄ Πόλεμου (1994-1996).

Σχόλια: Οι μάχες της πρώτης ημέρας δεν κράτησαν περισσότερο από δύο ώρες. Αν και οι Τσετσένοι κινούνταν διαρκώς μεταξύ των θέσεων τους και οι Ρώσοι υπέστησαν απώλειες στα πλευρά τους οι Τσετσένοι διοικητές αναφέρουν ότι και οι ίδιοι είχαν πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Δεν υπάρχουν ακριβείς αριθμοί των απωλειών ούτε είναι γνωστός ο ακριβής αριθμός των Τσετσένων που αμύνονταν στο Bamut. Τσετσένοι που συμμετείχαν στη μάχη αναφέρουν ότι στο εκεί βρίσκονταν από 100 εώς 300 μαχητές. Κάποιος Τσετσένος διοικητής ανέφερε ότι μόνο ο Boris γνώριζε τον ακριβή αριθμό των αμυνομένων, μία πρόβλεψη που είχε πάρει ο ίδιος ώστε οι Ρώσοι να μην αποκτούσαν αυτή την πληροφορία πιάνοντας ένα Τσετσένο αιχμάλωτο.

Το μέγεθος και οι απώλειες των ρωσικών μονάδων δεν είναι γνωστό αλλά Τσετσένοι συμμετέχοντες υποστηρίζουν ότι οι Ρώσοι είχαν υποστεί αρκετές απώλειες σε προσωπικό και κάποια κατεστραμμένα τεθωρακισμένα. Βέβαια, όπως γίνεται πάντα, κάθε πλευρά έτεινε να ελαχιστοποιεί τις δικές της απώλειες και να υπερβάλει αυτές της αντίπαλης.

Η ρωσική μονάδα που ενήργησε την κύρια προσπάθεια είχε μέγεθος μηχανοκίνητου τάγματος ενισχυμένου με ίλη αρμάτων και υποστηριζόμενο από αυτοκινούμενα πυροβόλα. Πιθανότατα το πυροβολικό ήταν προετοιμασμένο να εκτελέσει την προβλεπόμενη προπαρασκευή τεσσάρων σταδίων που εκτελείται για την υποστήριξη μίας επίθεσης σε οργανωμένη τοποθεσία αλλά προφανώς σταμάτησε στη φάση δύο καθώς η αμυντική τοποθεσία δεν είχε βάθος και δεν θα υπήρχε διάσπαση και στη συνέχεια καταδίωξη ενός μηχανοκίνητου αντιπάλου. Το συγκρότημα ελιγμού αναπτύχθηκε από φάλαγγα τάγματος σε παράταξη διμοιριών χρησιμοποιώντας τις βασικές οδηγίες ενεργειών στις οποίες οι άνδρες του είχαν εκπαιδευτεί. Πολλή προσπάθεια είχε επενδυθεί στο να μην υπάρχουν κενά στην επιθετική παράταξη ώστε η μέγιστη ισχύ πυρός να εκτοξεύεται από μπροστά. Οι Τσετσένοι δεν βρίσκονταν στις θέσεις που έβαλλε το ρωσικό πυροβολικό κατά τη διάρκεια της προπαρασκευής. Επιπλέον η υποστήριξη πυροβολικού δεν ήταν πλήρως συντονισμένη με το συγκρότημα ελιγμού καθώς οι Τσετσένοι είχαν αρκετό χρόνο ώστε με την παύση των πυρών πυροβολικού να τρέξουν και να καταλάβουν τις προωθημένες θέσεις τους πριν εμφανιστούν τα ρωσικά άρματα και το πεζικό.

Η ρωσική παραπλανητική επίθεση ήταν πιθανώς δυνάμεως λόχου. Δεν εκτελέστηκε με ένταση αν και είχε τη δυνατότητα να ξηλώσει συνολικά την τσετσενική θέση και να απειλήσει τους αμυνόμενους από τα νώτα περιορίζοντας τις οδούς διαφυγής τους σε περιοχές που εύκολα μπορούσαν να προσβληθούν από πυρά πυροβολικού. Οι Τσετσένοι πιθανόν γνώριζαν το μέγεθος της παραπλανητικής επίθεσης καθώς αυτή έγινε σε διαφορετική κατεύθυνση και Τσετσένοι από τον πληθυσμό της περιοχής μπορούσαν να μετρήσουν γρήγορα τα οχήματα που κινούνταν.

Οι Τσετσένοι άσκησαν με επιτυχία συγκεντρωτική διοίκηση με αποκεντρωτικό έλεγχο – μία τεχνική που είχαν εισαγάγει οι Γερμανοί στα πεδία των μαχών του Β΄ Π.Π. Οι Τσετσένοι φυσικά δεν διάβασαν παλιά γερμανικά εγχειρίδια ούτε το έκαναν αυτό με πρόθεση αλλά η τσετσενική κουλτούρα έκανε αυτή την πρακτική αναπόφευκτη. Ήταν αποτελεσματική αλλά κόστισε σημαντικά σε αδελφοκτόνα πυρά και στην αδυναμία να συντονίζονται τα πυρά μεταξύ διαφορετικών μονάδων ώστε η μία να καλύπτει την άλλη.


Σημειώσεις

[15] Ταξίδεψα στο Bamut μετά τον Α΄ Πόλεμο και δεν μπορούσα να βρω ένα σπίτι στο χωριό που να μην είχε υποστεί ζημιά. Τα περισσότερα κτίρια είχαν μόνο έναν ή δύο τοίχους όρθιους. Ρωσικά άρματα υπήρχαν διάσπαρτα στον μοναδικό δρόμο που περνούσε από το κέντρο του χωριού. Πύργοι αρμάτων με την ενεργή θωράκιση άθικτη υπήρχαν στην άκρη του δρόμου δεκάδες μέτρα από τα σκάφη των αντίστοιχων αρμάτων. Από όλες τις τοποθεσίες που επισκέφτηκα στην Τσετσενία μετά τον Α΄ Πόλεμο μόνο το κέντρο του Grozny γύρω από το Προεδρικό Παλάτι είχε υποστεί μεγαλύτερη ζημιά.

[16] Υπάρχει κάποια συζήτηση για το αποτελεσματικό βεληνεκές του RPG. Όλοι οι Τσετσένοι που πήραμε συνέντευξη θεωρούσαν ότι το μέγιστο αποτελεσματικό βεληνεκές του έφτανε οριακά τα 500 μ. ενώ άλλες πηγές αναφέρουν τα 300 μ.


Σχετικές αναρτήσεις